ἅδην

ἅδην
Grammatical information: adv.
Meaning: `to one's fill' (Il.).
Other forms: In the epic with psilosis. α- may be metrically lengthened.
Derivatives: ἅδος m. or n. `satiety' (Il.). From *ἁδη- ἀδαῖος `leading to satiety (Sophr., H.).
Origin: IE [Indo-European] [876] *seh₂- `to satiate'
Etymology: Acc. of a noun, seen in ἁδη-φάγος `glutton' (formation?). The root is found in several verbal forms: ἄ̄μεναι (Il.), aor. ἆσαι, ἄ̄σασθαι (ep.) `to satiate oneself', and ἄατος. OIr. sáith `fullness', *sātis. The stem ἁδ- also in Arm. at-ok` `full, full-grown' (cf. ἁδρός); wrong Clackson 1994, 170, who explains Arm. at- from *ad- `grain' (Lat. ador), which would not give `full, fat'. Other languages have a t-enlargement: Lat. satis, Goth. saÞs `satt', both *sh₂-t-, ga-soÞjan, Lith. sótis (with acute from the laryngeal).
Page in Frisk: 1,20-21

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άδην — ἅδην και ἄδην επίρρ. (Α) 1. μέχρι κορεσμού, μέχρι αηδίας 2. ασταμάτητα, ατελείωτα 3. ἅλις* 4. φρ. «ἅδην έχω τινός», είμαι χορτασμένος, «μπουχτισμένος» από κάτι, τό έχω βαρεθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἅδην ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *sᾱ / sə «κόρος, κορεννύω,… …   Dictionary of Greek

  • .άδην — ἅδην , ἅδην to one s fill indeclform (adverb) ἅδην , ἅδος satiety neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδήν — ἀδήν ( ένος), ο, η (Α) βλ. αδένας …   Dictionary of Greek

  • ἄδην — ἅδην to one s fill indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅδην — to one s fill indeclform (adverb) ἅδος satiety neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾄδην — ἀείδω il.Parv.. pres inf act (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾅδην — ᾅδης ao masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄδδην — ἅδην to one s fill indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδένας — ο (Α ἀδὴν –ένος, η και ο) επιθηλιακό όργανο του οργανισμού, στο οποίο καταλήγουν αγγεία που εκκρίνουν υγρό κατάλληλο για τη λειτουργία του (κν. γλυκάδι, ελιά, γαργαλήθρα). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀδήν, αρχικά θηλ. γένους (η ἀδήν), ανάγεται σε ΙΕ ρίζα*… …   Dictionary of Greek

  • ζυγάδην — (Α) επίρρ. κατά ζεύγη, ζευγαρωτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζυγόν + κατάλ. άδην, πρβλ. δρομ άδην, τροχ άδην] …   Dictionary of Greek

  • κρυφάδην — και κρυφάδις και βοιωτ. τ. κρουφάδαν (Α) επίρρ. κρυφά, μυστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρύφα + επιρρμ. κατάλ. άδην (πρβλ. νομ άδην, τροχ άδην)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.